αἰσχρορρημονέω

αἰσχρο-ρρημονέω,
A = αἰσχροεπέω, Charond. ap.Stob.4.2.24.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰσχρορρημονείτω — αἰσχρορρημονέω pres imperat act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχρορρημονοῦντας — αἰσχρορρημονέω pres part act masc acc pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχρορρημονοῦντες — αἰσχρορρημονέω pres part act masc nom/voc pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχρορρημονῶν — αἰσχρορρημονέω pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχρορρημονήσασα — αἰσχρορρημονήσᾱσα , αἰσχρορρημονέω aor part act fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.